Ιστορικά γεγονότα

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ

Κάθε ταχύ με το δροσιό π΄ ανοίγει το λουλούδι,

Αφουγκραστείται να σας πω του Αρκαδιού τραγούδι.

Τραγούδι να το μάθετε, τραγούδι να το λέτε,

Τ΄ Αρκάδι το περίφημο να κάθεστε να κλαίτε.

Στα χίλια οκτακόσια εξήντα εξ απάνω,

Οι Κρητικοί εκάμασι πόλεμο τω Σουλτάνο.

Το πόλεμο αρχίξασι στα τρία βιλαέτια,

Στο Ρέθεμνος εις τα Χανιά και εις το Κάστρο μέσα.

Χατζή – Μιχάλης έμπεψε χαιρετισμό τσ’ αγάδες

<<οι Χρισιανοί δε θέλουσι να λέγουντε ραγιάδες>>.

Στο Ρέθεμνος και στα Χανιά έμπεψαν ένα γράμμα,

Οι Καπετάνιοι να ‘ρθουνε δίχως κιανένα πράμα.

Λόγο για να μιλήσουνε, πρώτας να ορκοθούνε,

Ογιά να μη φανερωθεί ο λόγος που θα πούνε.

Μα ο Σουλτάνος έμαθεν η Κρήτη θα χαλάσει,

Μπέμπει το Μουσταφά Πασά νάρθει να την εσιάση.

Λέει του Μουσταφά Πασά, πήγαινε στη δουλειά σου,

Τσοι Κρητικούς από παλαιά έχεις σαν τα παιδιά σου.

Κι ο Μουσταφάς σαν άκουσε <<η Κρήτη πολεμάτε>>,

Παίρνει ασκέρι κ’ έρχεται τσοι Τούρκους του λυπάται.

Παίρνει ασκέρι κ’ έρχεται την Κρήτη να νικήσει,

Κι’ όμως ολίγον έλειψεν το αίμαν του να χύση.

Καπεταναίοι πείτε μου τι ‘ναι το ζήτημα σας,

Να σας το δώσ’ ο βασιλιάς να πάτε στη δουλειά σας.

Τριάντα δυο ζητήματα σήμερο σου ζητούμε,

Κι αν δε τα δώσ’ ο βασιλιάς ούλοι θα σηκωθούμε.

Σαν έμαθε τη γνώμην των, τα’ ασκέρι του μαζώνει,

Περνά τον Αποκόρωνα, στο Στύλο τσαντηρώνει.

Κι’ αποδεκεί σηκώνεται και πάει εις την Μέση,

Και βρίσκει ένα χωριό καλό, τον τόπο να τ’ αρέσει.

Φωνάζει του γραμματικού να πάει στο Καστέλι,

Κ’ έγραψε γράμμα γρήγορα στ’ Αρκάδι και το στέλλει.

Και του Γουμένου μήνυσε να τονε προσκυνήσει,

Το Μοναστήρι άκαγον αν θέλει να τ’ αφήσει.

Κι ο Γούμενος του απάντησε εμείς δεν προσκυνούμε,

Τ’ ασκέρι σου το ξακουστό φέρε το να το δούμε.

Εγώ ‘χω άνδρες δυνατούς τρακόσα παλικάρια,

Που δεν φοβούνται την Τουρκιά, αν είναι και λιοντάρια.

Μ’ εφτά σειράδες τακτικό ζώνει το Μοναστήρι,

Και του ‘Γουμένου φώνιαξε να πέσει του Βεζύρη.

Έσερν’ ασκέρι τακτικό ως δεκοχτώ χιλιάδες,

Σέρνει πολίτες τακτικούς μα και στραβοφελάδες.

Δυο μέρες κάνουν πόλεμο δυο νύχτες πολεμούνται,

Και οι καημέν’ οι χρισιανοί δεν τρώνε δε κοιμούνται.

Αλλάχ Αλλάχ εφώναζε τα’ ασκέρι του Βεζίρη,

Εμείς δεν το πατούμενε τούτο το Μοναστήρι.

Εσείς θα το πατήσετε τούτο το Μοναστήρι,

Ένας σας εις το Ρέθεμνο να μη ξαναγιαγίρη.

Παπά Κρανιώτης έπεσε κατ’ απού το μπεντένι,

Πάει στο Μυλοπόταμο να δώσει το χαμπέρι.

Μ’ ώσπου να πάει ο παπάς να δώσει το χαμπέρι,

Τ’ Αρκάδι επατήθηκε Τετάρτη μεσημέρι.

Σαν είδασιν οι χρισιανοί πως θε να τσι πατήσου

Δίδου του τσεναπέ φωτιά για να τσ’ ανωκατίσου.

Και σέρν’ ο Δράκος το σπαθί κι ο Ξάνθης το μαχαίρι,

Κ’ οι δυο γιουρούσ’ εκάμανε στο Τούρκικον ασκέρι.

Μαζί συμπορπατούσανε κ’ εσπάσαν τα σπαθιά των,

Και τότε την ενίκησαν οι Τούρκοι την αντρειά των.

Δράκε, περιφημότατε και Ξάνθε παινεμένοι,

Αφήσετε το χάροντα κ’ επήρε σας καημένοι

Σκοτώθηκε Τουρκιά πολλή, ως χίλιοι εξακόσιοι,

Και ψυχομέτρι χρισιανοί χαθήκαν εννιακόσιοι.

Κ’ επιάσασι και ζωντανούς σαράντα δυο νομάτους,

Στο Ρέθεμνος τους έμπεψε κ’ επήρεν τ’ άρματα τους.

Κλαίει κι’ ο κύρης του Σκουλά του καπετάν Μανόλη

Π’ όσοι τον εγνωρίσασι τον συχωρούσιν όλοι.

Όσοι εσκοτωθήκασι να δούνε μακαρία,

Και όσοι πάλι εζήσασι να ‘δουν ελευθερία.

"Αυτή η φλόγα π' άναψε μέσα εδώ στη κρύπτη

κι απάκρου σ' άκρο φώτισε τη δοξασμένη Κρήτη

ήτανε φλόγα του Θεού μέσα εις την οποία

Κρήτες ολοκαυτώθηκαν για την Ελευθερία "

"Βράχε θυσίας ιερέ,

στα σκόρπια απομεινάρια

ακόμη δεν ξεθώριασαν

του αίματος τ' αχνάρια"

"Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσια φωνοκλήσι

ετούτ' η ώρα θ' ακουστεί σ' Ανατολή και Δύση.

Και μέσα στον αναβρασμό , που ο Χάρος εβρουχάτο

βροντή, σεισμός εγίνηκε , κι ο κόσμος άνω – κάτω

φωθιά, καπνός και κτήρια , κορμιά κομματιασμένα

άντρες και γυναικόπαιδα στα νέφελα ανεβαίνουν.

τρόχαλος έγινε η Μονή κι' εσείστη ο Ψηλορείτης

κι' αντιλαλούνε τα βουνά κι απ' άκρου ως άκρου η Κρήτη"

Γράφει ο ποιητής Κωνσταντινίδης για τη καταστροφή του Λασιθίου:

Ευθύς αρχίζει η Τουρκιά τότε την ώρα κείνη
και κανονιοβουλούσανε κι η μέρα νύχτα εγίνη.
Ο ήλιος εθαμβώθηκε τρέμει και φεύγει πέρα
και οι καπνοί του μπαρουτιού μαυρίζουν τον αέρα.
Πέφτουν οι μπάλες σαν βροχή οι μπόμπες σαν χαλάζι
κι η γη οπού δεν ήνοιωθε άρχισε να τρομάζει….

« όπου στραφείς, ένα κορμί νεκρό θε ν’ απαντήσεις,

χωριό δεν βρίσκεις να σταθείς, δέντρο για να ακουμπήσεις

τα χόρτα εμαράθηκαν κι όλα τα δεντρά ακόμα

και μαύροι βγαίνουν στεναγμοί απ’ της γης το χώμα…»

Και η κρητική μούσα λέει:

«Πάρε τη ράχη του βουνού κι ανέβα πέτρα-πέτρα

σε κάθε πέτρα που πατείς κι ένα αγώνα μέτρα»

3. ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Σε απόσταση 23 χιλιομέτρων από το Ρέθυμνο στη βορειοδυτική πλευρά του και σε υψόμετρο 500 μ. από τη θάλασσα, βρίσκεται η ιστορική μονή του Αρκαδίου, το ιερότερο σύμβολο της Κρητικής ελευθερίας. Κτισμένη σε εύφορο και κατάφυτο υψίπεδο από ελαιόδεντρα, κουκουναριές, κυπαρίσσια, πρίνους και αμπέλια βρίσκεται στο σημείο που ενώνονται οι επαρχίες Ρεθύμνου, Μυλοποτάμου και Αμαρίου. Στους κατάφυτους λόφους που πλαισιώνουν τη μονή υπάρχουν γραφικά εξωκλήσσια, ενώ σε απόσταση 3 χιλ. βορειοανατολικά του Αρκαδίου βρίσκεται η μονή Ιωάννη του Θεολόγου. Πλησιέστερο χωριό είναι η Αμνάτος που είναι κτισμένο σε ένα λόφο κατάφυτο από ελιές, πορτοκαλιές και χαρουπιές. Νότια του μοναστηριού απότομοι βράχοι με καταπράσινους θάμνους και δέντρα σχηματίζουν απότομη χαράδρα στην κορωνίδα της οποίας κτίστηκε το τουριστικό περίπτερο. Ο τόπος γύρω από τη μονή Αρκαδίου συναρπάζει. Το πολύ πράσινο που έχει γύρω όλες τις εποχές του χρόνου χαροποιεί κάθε προσκυνητή. Όλο το τοπίο έχει μια ξεγνοιασιά και μια μεγαλοπρέπεια. Παντού υμνολογείται ακατάπαυστα η δόξα της δημιουργίας. Πρίνοι, θάμνοι και κυπαρίσσια, άγρια χαράκια, ανάβαθες ζάρες γης και λαγκαδιές, λόφοι και πρασινάδες, αρμονικά ισιώματα και όμορφες κακοτοπιές, ξεκουράζουν τον επισκέπτη. Στο κέντρο αυτού του τόπου ανοικοδομήθηκε η μονή Αρκαδίου που πολλές δεκάδες χρόνια τώρα δέχεται καλοσυνάτα κάθε προσκυνητή.

Πότε ακριβώς ιδρύθηκε το μοναστήρι δεν είναι εξακριβωμένο. Λέγεται πως σύμφωνα με την παράδοση θεμελιώθηκε από τον Ηράκλειτο και ανοικοδομήθηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αρκάδιο τον 5ο αιώνα από τον οποίο και πήρε και το όνομά του. Κατά την άποψη του καθηγητή Μ.Ι. Μανούσακα (Κρητική Εστία, 278 εξ.) ιδρύθηκε από κάποιο μοναχό Αρκάδιο γι’ αυτό και ονομάστηκε μονή Αρκαδίου όπως έγινε και με άλλες μονές της Κρήτης όπως π.χ. οι μονές Αρετίου, Αρσανίου Βροντησίου, κ.α. Ερείπια πάντως της πρώτης μονής διατηρούνται σήμερα στο βορειοδυτικό τμήμα του περιβόλου της. Ο καθηγητής Κ.Δ. Καλοκύρης βρήκε το 1951 στα Κλάουστρα επιγραφή του 14ου αιώνα, η οποία πιστοποιεί ότι ο αρχικός ναός που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο, κτίστηκε την ίδια εποχή. Η επιγραφή αυτή αποτελεί το αρχαιότερο γραπτό τεκμήριο της μονής πριν το 1587 και είναι χαραγμένη πάνω σε μία εντοιχισμένη πλάκα που βρίσκεται σήμερα στο μουσείο της μονής και η οποία φέρει επίσης ανάγλυφο σταυρό.

Αυτό που λέγεται από κάποιους περιηγητές ότι η ονομασία της μονής προέρχεται από την αρχαία πόλη Αρκαδία στην Κρήτη θεωρείται λάθος ( "Το Αρκάδι δια των αιώνων" Τ. Βενέρης.) γιατί η πόλη αυτή βρισκόταν πολύ μακριά από την περιοχή που βρίσκεται η μονή Αρκαδίου. Στο τέλος του 16ου αιώνα (1587) πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση της μονής και κτίστηκε στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα ο μεγαλόπρεπος δίκλιτος ναός επί ηγουμένου Κλήμη Χορτάτζη όπως βεβαιώνει επιγραφή στη βάση του καμπαναριού. Ο νέος αυτός ναός αφιερώθηκε και στη Μεταμόρφωση του Χριστού γι' αυτό μετά αναφέρεται σαν μονή του Σωτήρα Χριστού. Κτήτορες της μονής φέρονται οι δυο αδελφοί Κλήμης και Βησαρίωνας. Απο σωζόμενες επιγραφές φαίνεται πως η πρόσοψη της μονής έγινε το 1586, οι στάβλοι το 1610 και η τράπεζα το1670. Γνωστοί ηγούμενοι της μονής είναι οι: Κλήμης, Νικηφόρος, Μητροφάνης Συμεών, ο Χαλκιόπουλος και Γεράσιμος από τους οποίους οι δύο τελευταίοι κατόρθωσαν να διασώσουν τη μονή και να λάβουν από τον Τούρκο στρατάρχη Χουσεϊν διάφορα προνόμια Μεταξύ των προνομίων ήταν και η καμπάνα. Οι μοναχοί της μονής είχαν το δικαίωμα να τη κτυπούν αντί του σήμαντρου. Γι' αυτό η μονή ονομαζόταν "Τσανλή Μοναστιρ". Άλλοι ηγούμενοι όπως ο Νεόφυτος Δροσάς κ.α. βοήθησαν αποτελεσματικά στην πρόοδο της μονής. Πολλά τούρκικα και ελληνικά έγγραφα αναφέρονται στη ζωή και στις περιπέτειες του μοναστηριού που ήταν σε θέση να διατρέφει ή να αποκρύπτει καταζητούμενους, να παρέχει στοιχειώδη παιδεία, να ενισχύει ηθικά την περιοχή και να ηγείται των εθνικών υποθέσεων.

Διακόσια πενήντα χρόνια βρίσκονταν οι Τούρκοι στην Κρήτη που ο τόπος της ήταν αιματοβαμμένος από τις συνεχιζόμενες επαναστάσεις όπως του Δασκαλογιάννη το 1770, του Χαιρέτη το 1811, έπειτα κατά των Γενιτσάρων το 1821 και του αιγυπτιακού στρατού το 1822, της Γραμβούσας το 1828, και τελευταία η μεγάλη επανάσταση το 1866 που μαζί με τις επαναστάσεις του 1878 και 1895 έδωσαν τέλος στον τουρκικό ζυγό. Στους σκληρούς αυτούς χρόνους των ιερών αγώνων κυριαρχούσε στα πνεύματα του Κρητικού λαού ο πόθος και η ιδέα της ενώσεως με την ελεύθερη Ελλάδα.

Ειδικότερα η Κρητική Επανάσταση του 1866 έφερε πλήγμα κατά της τουρκικής αυτοκρατορίας, σημαντική οικονομική φθορά και κυρίως διάσειση του στρατιωτικού της γοήτρου. Η μονή Αρκαδίου από την πρώτη κιόλας στιγμή της Επαναστάσεως υπήρξε το επίκεντρο των αγώνων ένεκα της σπουδαίας στρατηγικής της σημασίας. Έτσι την πρώτη Μαΐου του 1866, 1500 επαναστάτες απ όλη την Κρήτη συγκεντρώθηκαν κάτω από τη φωτεινή ηγεσία του αρχηγού της Κυδωνίας Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη για να αντιδράσουν στις ενέργειες των Τούρκων. Κατά την συγκέντρωση εξέλεξαν πληρεξουσίους για τις διάφορες επαρχίες της Κρήτης. Πρόεδρος της Επιτροπής Ρεθύμνης εξελέγη ο ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου Γαβριήλ Μαρινάκης από το χωριό Μαργαρίτες της επαρχίας Μυλοποτάμου. Μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση και με αθλητικό παράστημα χαρακτηρίζονταν σαν εξέχουσα και επιβλητική προσωπικότητα. Ήταν τότε σαράντα χρόνων.

Ο Ισμαήλ Πασάς πληροφορήθηκε τα γεγονότα και παρήγγειλε στον ηγούμενο, με τον επίσκοπο του Ρεθύμνου Καλλίνικο Νικολετάκη, να διώξει την Επαναστατική Επιτροπή από το μοναστήρι, γιατί θα το καταστρέψει. Ο ηγούμενος αρνήθηκε να υποταχθεί στην παραγγελία του πασά. Τον Ιούλιο ο Ισμαήλ έστειλε δύναμη να τους διαλύσεις αλλά εγκαίρως είχαν απομακρυνθεί κι έτσι αφού αρκέστηκαν να σπάσουν τις εικόνες και τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας, έφυγαν. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ο πασάς ξαναμήνυσε του ηγούμενου να διώξει την Επιτροπή από το μοναστήρι αλλιώς θα το αφανίσει! Το μήνυμα του Ισμαήλ έφερε κάποια διχογνωμία στη σύσκεψη του ηγούμενου με τους συμβούλους του. Ένας κατάλευκος γέροντας και ο ηγούμενος Γαβριήλ αλληλοκοιτάχτηκαν παράξενα. Ο μοναχός Χατζή – Νεόφυτος έτσι ονομάζονταν ο σεβάσμιος εκείνος γέροντας μίλησε πρώτος:

  • Να φύγει Γούμενε η Επιτροπή! Να φύγει ευθύς! Γιατί θα μας κατηγορήσουνε πως κάψαμε το μοναστήρι εξ’ αιτίας τσης.
  • Ο ηγούμενος τον κοίταξε ήρεμα και σοβαρά και του είπε:
  • Φύγε του λόγου σου αν φοβάσαι. Η Επιτροπή δε φεύγει!
  • Ο γέροντας Νεόφυτος όμως επέμενε στην άποψή του κι ο ηγούμενος Γαβριήλ τον κοίταξε κατάματα λέγοντας του:
  • Νεόφυτε, Νεόφυτε για ξάνοιξέ με καλά και αφουγκράσου μου! Θωρείς τα κείνα τα μαύρα κάρβουνα πού ‘ναι από το εικοσιένα κει πάνω στα μεσοδόκια;
  • Θωρώ τα.
  • Με κείνα τα μαύρα κάρβουνα τα τσοι μουντζώσω εκείνους που θα με κατηγορήσουν πως έκαψα το μοναστήρι για τη λευτεριά της Κρήτης και το μεγαλείο του γένους μας.
  • Ε σαν είναι ετσά ηγούμενε βάσταξέ το γερά κι εκειά που θα ποθάνεις εσύ θα ποθάνω κι εγώ κι ας είναι μαγάρι αύριο!

Αμέσως μετά την απόφαση άρχισε η προπαρασκευή της άμυνας. Στις 24 Σεπτεμβρίου αποβιβάζεται στο Μπαλή ο Πάνος Κορωναίος και πηγαίνει αμέσως στο Αρκάδι όπου ανακηρύσσεται Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνου. Οργανώνει τη στρατιωτική άμυνα και εκφράζει τη γνώμη ότι το Αρκάδι δεν προσφέρεται για άμυνα. Ο ηγούμενος όμως με τους μοναχούς και τον οπλαρχηγό Δασκαλάκη είχαν αντίθετη γνώμη όπως και τα γυναικόπαιδα των πολεμιστών που έλεγαν:

  • Ότι θα γίνουν οι άντρες μας θα γίνομε κι εμείς.

Ο Κορωναίος όμως και πάλι επέμενε και προβλέποντας την έκβαση του αγώνα τους είπε:

  • Ήλθα να θυσιαστώ για την Πατρίδα αλλά όχι να πιαστώ εδώ μέσα.

Συνέστησε μάλιστα αφού επέμεναν να μείνουν εκεί, να χαλάσουν τους στάβλους ώστε να μη χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό. Ακόμη να συγκεντρώσουν μέλισσες για να εις εξαπολύσουν ώστε να καθυστερήσουν τον εχθρό. Διορίζοντας μετά τον Ιωάννη Δημακόπουλο, ένα παλικάρι από τη Γορτυνία της Πελοποννήσου φρούραρχο, έφυγε με τους άνδρες του. Στο μοναστήρι εκτός από τους μάχιμους άνδρες είχαν καταφύγει από τα γύρω χωριά πολλά γυναικόπαιδα μεταφέροντας μάλιστα και την κινητή περιουσία τους για να τη γλιτώσουν από τους Τούρκους. Έτσι στις 7 Νοεμβρίου μέσα στο μοναστήρι υπήρχαν 964 ψυχές, 325 άνδρες από τους οποίους259 με όπλα και τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα.

Το Αρκάδι είχε γένει κέντρο επαναστατικής δράσης και γι’ αυτό ο Μουσταφά Πασάς προκειμένου να το προσβάλει έφυγε από το Ρέθυμνο στις 7 Νοεμβρίου το βράδυ με 15000 τακτικό στρατό και 30 κανόνια. Τα ξημερώματα της 8ης Νοεμβρίου του 1866 όλος αυτός ο στρατός με αρχηγό το γαμπρό του Μουσταφά Σουλεϊμάν Βέη, βρέθηκε μπροστά στο Αρκάδι. Ο ίδιος ο Μουσταφάς είχε παραμείνει στο χωριό Μέση.

Τα χαράματα της ίδιας μέρας βρήκαν τους πολεμιστές και τα γυναικόπαιδα στη Θεία Λειτουργία. Ο ηγούμενος Γαβριήλ όταν ιερουργούσε τιμώντας τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ έφθασε η είδηση ότι οι Τούρκοι βρίσκονται στα υψώματα γύρω από το μοναστήρι. Ο Γαβριήλ τότε ύψωσε τα χέρια του σε στάση προσευχής, έκαμε το σταυρό του και είπε με συγκινημένη φωνή:

  • Παιδιά μου θάνατος δεν υπάρχει. Ας πολεμήσωμεν ηρωικά κι ας πάμε στον Πλάστη με καθαρό μέτωπο. Ζήτω ο Πόλεμος, ζήτω η Ελευθερία.
  • Ζήτω! Φωνάζουν όλοι, μ’ όλη τη δύναμη που είχαν.
  • Μετά ακολούθησε δέηση στο Θεό και ο φρούραρχος Δημακόπουλος συμπλήρωσε:
  • Εις τας θέσεις σας πολεμισταί, εις τας θέσεις σας παιδιά!

Σε λίγο ο Σουλεϊμάν Βέης καλεί από το λόφο Κορέ τους Κρήτες πολεμιστές να παραδοθούν. Την απάντηση την έδωσαν τα όπλα των πολιορκούμενων.

Το λάβαρο της μονής που εικόνιζε τη Μεταμόρφωση του Χριστού φυλάσσεται στο Μουσείο της Μονής. Στη ΒΔ γωνιά του περιβόλου κυματίζει η γαλανόλευκη σημαία του αρχηγού Γιώργη Δασκαλάκη. Πολλές φορές έσπασαν οι σφαίρες τα κοντάρια αλλά και πάλι οι Χριστιανοί μαχητές τις αναστήλωσαν στη θέση τους.

Οι γυναίκες που ήσαν μέσα στο μοναστήρι βοήθησαν πολύ παίρνοντας μέρος στη μάχη. Κουβαλούσνα στους πολεμιστές πολεμοφόδια και νερό. Οι Τούρκοι προσπαθούσαν να καταστρέψουν την Πύλη αλλά οι πολιορκούμενοι με τα πυρά τους δεν τους άφηναν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους. Η μάχη συνεχίστηκε όλη την ημέρα με αποτέλεσμα να γεμέσει ο τόπος σκοτωμένους γύρω από τη μονή. Στον ανεμόμυλο είχαν κλειστεί επτά (7) Κρήτες γιγαντομάχοι οι οποίοι προξένησαν τη μεγαλύτερη φθορά στους Τούρκους. Όμως μέχρι το βράδυ και οι επτά είχαν πέσει ηρωικά για την πίστη τους και την Πατρίδα.

Η σκοτεινή νύχτα που έφτασε με βροχές εσίγασε τα όπλα. Κάθε στιγμή που περνούσε περιόριζε και τις ελπίδες των πολιορκουμένων να σωθούν. Οι Τούρκοι έφεραν τη νύχτα από το Ρέθυμνο δυο βαριά κανόνια. Το ένα το ονόμαζαν “κουτσαχείλα” και το τοποθέτησαν μαζί με το άλλο στους στάβλους που στο μεταξύ τους είχαν καταλάβει. Την ίδια νύχτα αποφασίζεται από τους πολιορκούμενους σε πολεμικό συμβούλιο να ζητήσουν βοήθεια από τον Κορωναίο και τους άλλους Καπετάνιους του Αμαρίου. Για το σκοπό αυτό ο παπά Κρανιώτης από την Κράνα του Μυλοποτάμου και ο Αδάμ Παπαδάκης από το Πίκρι του Ρεθύμνου αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τα σχετικά γράμματα στο Κλησίδι Αμαρίου όπου ήταν ο Κορωναίος. Με σχοινιά τους κατεβάζουν από το παράθυρο που είναι πάνω από τη μικρή πόρτα του νότου και προσποιούμενοι τους Τούρκους, πέρασαν από τις τάξεις τους και κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν την αποστολή τους. Τα μεσάνυχτα της ίδιας νύχτας επιστρέφει ο Παπαδάκης και ξαναμπαίνει στο μοναστήρι με τη βεβαιότητα πως πηγαίνει στο βέβαιο θάνατο. Αναμφισβήτητα είναι ο ηρωικότερος των ηρώων του Αρκαδικού Δράματος, γιατί με τη θέλησή του, ενώ είναι ελεύθερος, μακριά από την κόλαση της φωτιάς έξω από τον ανοιχτό τάφο που τον περιμένει, βαδίζει σταθερά προς τον τάφο μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο.

Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου η καμπάνα κάλεσε για τελευταία φορά τους πιστούς σε συγκέντρωση για την περιφρούρηση της πίστης τους και την απόχτηση της ελευθερίας τους. Πολεμιστές, γέροι, γυναίκες και παιδιά πλησιάζουν στο θυσιαστήριο του Θεού και μεταλαμβάνουν των Αχράντων Μυστηρίων. Ο ηγούμενος για τελευταία φορά τους ενθαρρύνει για του Χριστού την πίστη την αγία και για τη δική τους τη θυσία. Ακόμη και τα παιδιά είχαν καταλάβει ότι ήταν οι τελευταίες στιγμές της ζωής τους. Και κανείς δεν είναι εκείνος που μπορεί να περιγράψει τον ηρωισμό που έδειξαν οι ελεύθεροι πολιορκημένοι της μονής Αρκαδίου. Είχαν νικήσει το θάνατο και αγωνίζονταν για την πίστη τους, την θρησκεία του και την πατρίδα τους.

Η ενάτη Νοεμβρίου είχε ξημερώσει πια και η μάχη είχε αρχίσει. Τραντάζει συθέμελα το μοναστήρι από τις κανονιές και η δυτική Πύλη υποχωρεί. Μέσα στη μονή βρυχώνται λέοντες και έξω ωρύονται τίγρεις. Οι κραυγές των γυναικόπαιδων, ο μεγάλος κρότος των κανονιών και οι άγριοι αλαλαγμοί των Τούρκων συγκλονίζουν την περιοχή. Ο ηγούμενος τρέχει παντού, δίδει οδηγίες και θάρρος και λέει:

  • Όσοι ζουν όταν θα μπουν οι Τούρκοι να τρέξουν στην πυριτιδαποθήκη, στην Καστρινή πόρτα, για να δώσουν φωτιά στο μπαρούτι και να θυσιαστούν για να μην πιαστούν ζωντανοί.

Η μάχη συνεχίζεται ανελέητα. Οι Τούρκοι αποκρούονται με μεγάλες απώλειες και οι αμυνόμενοι σκοτώνονται ο ένας μετά από τον άλλο. Η Δασκάλαινα τρέχει στους σκοτωμένους παίρνει όσα πολεμοφόδια των αμυνομένων εξαντλούνται. Οι Τούρκοι βρίσκουν την ευκαιρία και μπαίνουν στον περίβολο της μονής με αποτέλεσμα να μεταφερθεί εκεί η γιγαντομαχία. Γιαταγάνια, λόγχες, κρητικά μαχαίρια και άλλα αιχμηρά αντικείμενα χτυπούν πάνω στις ανθρώπινες σάρκες. Γυναίκες και παιδιά με γοερές κραυγές τρέχουν έξαλλα προς την πυριτιδαποθήκη για την τελευταία θυσία. Σ’ όσους πολεμιστές είχαν τελειώσει τα πολεμοφόδια κατεβαίνουν στην αυλή και μάχονται σώμα με σώμα με τους πρώτους Τούρκους που είχαν καταφέρει να μπουν στον περίβολο. Τότε ένα κορίτσι γυρίζει τρέχοντας στην αυλή και επαναλαμβάνει αυτά περίπου που είχε φωνάξει πριν λίγο και ο Γιαμπουδάκης.

  • Ποιος θέλει να έρθει στο λαγούμι (πυριτιδαποθήκη);

Εκείνη τη στιγμή πολλά κορίτσια και γυναίκες τρέχουν στην πυριτιδαποθήκη για να παραδώσουν τα κορμιά τους στις φλόγες παρά στις θηριωδίες των Τούρκων. Άλλες γυναίκες που είχαν παιδιά στην αγκαλιά τους τρέχουν να υπερασπιστούν τους άνδρες τους με τα νύχια τους και με τα δόντια τους αφού δεν είχαν άλλα όπλα να πολεμήσουν. Η εικόνα της απεγνωσμένης πάλης είναι ολοφάνερη. Τότε δόθηκε το σύνθημα της γενικής εφόδου με αποτέλεσμα να γεμίσει ο περίβολος από τούρκικα φέσια. Ο Δημακόπουλος και άλλοι πολεμιστές που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στις θέσεις τους ορμούν με τα ξίφη και θερίζουν κυριολεκτικά πολλούς Τούρκους από εκείνους που ήταν στην αυλή. Μετά από λίγο τα ξίφη σπάζουν κι όσοι πολεμιστές δεν έχουν σκοτωθεί κλείνονται στα Μεσοκούμια. Οι Τούρκοι εξακολουθούν να μπαίνουν από παντού αφού η αντίσταση είχε υποχωρήσει από όλες τις πλευρές.

Είχε πια βραδιάσει και τα περισσότερα γυναικόπαιδα είχαν συγκεντρωθεί στην Πυριτιδαποθήκη. Ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης με την πιστόλα στο χέρι είναι έτοιμος. Εκείνη τη στιγμή ειδοποιεί τα γυναικόπαιδα που βρίσκονται στο ανώγειο της πυριτιδαποθήκης και των πλησιέστερων κελιών των ιερομονάχων Ζαχαρίου και Νεόφυτου να απομακρυνθούν αν ήθελαν ενώ συγχρόνως φωνάζει προς τους πολιορκούμενους Χριστιανούς.

  • Αποφάσισα να δώσω φωτιά στο μπαρούτι για να μην πέσουμε ζωντανοί στων σκυλιών τα χέρια. Όσοι θέλουν να βγουν όξω, να βγουν για να μην έχω το κρίμα τους.

Τότε ακριβώς είχαν συγκεντρωθεί εκατοντάδες Τούρκοι στην είσοδο της πυριτιδαποθήκης και προσπαθούσαν να μπουν μέσα να σφάξουν τους Χριστιανούς. Περιμένει όμως για λίγα δευτερόλεπτα για να συγκεντρωθούν κι άλλοι Τούρκοι στην είσοδο την οποία προσπαθούν έντονα να ανοίξουν. Τότε ακριβώς ο Γιαμπουδάκης κάνει το σταυρό του και σημαδεύει καλά τα βαρέλια με το μπαρούτι και χτυπά. Μια θεόρατη λάμψη φάνηκε κι ένας τεράστιος κρότος ακούστηκε. Το δράμα είχε συντελεστεί. Πέτρες, κορμιά, κεφάλια, βαρέλια και χώματα βρέθηκαν σ’ ένα παράξενο ανακάτωμα όπως τονίζει το λαϊκό τραγούδι:

· Και μέσα στον αναβρασμό, που ο χάρος εβρουχάτο,
βροντή, σεισμός εγίνηκε κι ο κόσμος άνω κάτω,
φωθιά, καπνός και κτίρια, κορμιά κομματιασμένα,
άντρες και γυναικόπαιδα στ’ ανέφελ’ ανεβαίνα.
Τρόχαλος έγιν’ η μονή κι εσείστ’ ο Ψηλορείτης
κι αντιλαλούνε τα βουνά κι απ’ άκρ’ ως άκρ’ η Κρήτη.

Και μετά από λίγο αντίκριζε κανείς μόνο καπνούς και ερείπια. Στην Τράπεζα της μονής είχαν καταφύγει 36 παλικάρια γιατί είχαν εξαντληθεί τα πυρομαχικά τους. Οι Τούρκοι το αντιλήφθηκαν και αφού έσπασαν την πόρτα μπήκαν μέσα και τους έσφαξαν όλους. Ακόμη δίπλα στο κελί του ηγούμενου υπήρχε μια μικρή πυριτιδαποθήκη με μερικά βαρέλια μπαρούτι. Έβαλαν κι εκεί φωτιά αλλά το περισσότερο μπαρούτι είχε πάρει υγρασία και ανατινάχτηκε η βορειοδυτική γωνιά της αποθήκης. Οι Τούρκοι στο μεταξύ είχαν πολύ εξαγριωθεί κι έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, με αποτέλεσμα ο επίλογος να είναι πολύ τραγικός: 114 άνδρες και γυναίκες πιάστηκαν αιχμάλωτοι. 3-4 και ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αδάμ Παπαδάκης, διέφυγαν. Οι υπόλοιποι 864 σκοτώθηκαν, σφάχτηκαν ή ανατινάχτηκαν στον αέρα κι ανάμεσά τους ο ηγούμενος Γαβριήλ, ο φρούραρχος Δημακόπουλος, ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης κ. ά. Από τους Τούρκους σκοτώθηκαν διπλάσιοι, δηλ. 1500 περίπου νεκροί και τραυματίες. Ο μεγάλος περίβολος της μονής ήταν γεμάτος από σκοτωμένους κυρίως Τούρκους. Στους γύρω από τη μονή λόφους όπου όπως λέγεται ήσαν Χριστιανοί Κόπτες Αιγύπτιοι έβγαζαν τες σφαίρες από τα φυσίγγια και πυροβολούσαν άσφαιρα, γιατί σαν Χριστιανοί δεν ήθελαν να χτυπήσουν το μοναστήρι. Γι’ αυτό μετά τη μάχη βρέθηκαν σωροί από σφαίρες στις θέσεις τους.

Μετά την ολοκαύτωση, την καταστροφή και την ερήμωση του Αρκαδίου το “Κρητικό Ζήτημα” αντί να κλείσει άνοιξε τις κλειστές πύλες της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Η πύρινη φλόγα του ξεσήκωσε τα πνεύματα της Ευρώπης, άλλαξε τη νοοτροπία και την τακτική τους έναντι της Κρήτης και έγινε το μεγάλο ξεκίνημα για την απελευθέρωσή της.

Στις μάχες διακρίθηκαν οι: Δημακόπουλος, Σπύρος Ολύμπιος, Κούβος, Δενιανάκης, Γαληνάκης.

Μετά την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης ο Ι. Δημακόπουλος συνέχισε να μάχεται κατά των Τουρκαλβανών στον περίβολο της Μονής. Ο ίδιος την 9η Νοεμβρίου αποφάσισε να παραδοθεί στον τακτικό τουρκικό στρατό όταν έλαβε εγγυήσεις για την ζωή των τελευταίων υπερασπιστών που μάχονταν μέσα από τα ερείπια. Ωστόσο, την επομένη εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό τόσο αυτός όσο και οι περισσότεροι αιχμάλωτοι.

Μετά την καταστροφή του, το 1866, ανοικοδομήθηκε πλήρως και αναστηλώθηκε στην πρότερή του μορφή. Μόνο ένα μισοκαμμένο τέμπλο στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας και μια μπάλα κανονιού σφηνωμένη στο αιωνόβιο κυπαρίσσι στα δεξιά στης εκκλησίας μαρτυρούν το αίμα που χύθηκε πριν 140 χρόνια.

Η Ουνέσκο έχει χαρακτηρίσει το Αρκάδι Ευρωπαϊκό Μνημείο Ελευθερίας.

FacebookYouTube logoInstagram Logo