Κρητικές προσωπικότητες

ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ 1553 – 1613

Ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών, ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» δηλώνει στον επίλογο του ποιήματος ότι γεννήθηκε και έγραψε στη Σητεία.

Ο Βιτσέντζος ήταν ο μικρότερος γιος του Ιακώβου Κορνάρου. Γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου 1553, στο χωριό Τραπεζόντα Σητείας, πατρογονικό φέουδο της οικογένειας του και βαφτίστηκε το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Έμεινε στην περιοχή της Σητείας, κυρίως στα χωριά Τραπεζόντα και Πισκοκέφαλο, ως το 1587-1590, δηλαδή ως τα τριανταπέντε του χρόνια περίπου «ζώντας τη ζωή του φεουδάρχη γαιοκτήμονα, μέσα σ΄ έναν πολυπρόσωπο κόσμο υπηρετών και δουλοπαροίκων, που ήταν όλοι τους Ελληνορθόδοξοι».

Μετά τις 20 Μαρτίου 1585 ο Βιτσέντζος Κορνάρος εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο (τότε Κάστρο, Μεγάλο Κάστρο ή Χάνδακα), κοντά στους δύο αδελφούς του, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Ανδρέα, όπου απέκτησε, από προίκα ή με αγορές, μεγάλη περιουσία. Είχε μεγάλα φιλολογικά ενδιαφέροντα και ήταν ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Ακαδημίας των Stravaganti του Χάνδακα, που είχε ιδρύσει ο αδελφός του Ανδρέας. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1590 παντρεύτηκε, στο ναό της μονής της Αγίας Αικατερίνης των καλογραίων, τη Μαριέττα Zeno, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Κατερίνα και την Ελένη. Ήταν μέλος του Συμβουλίου των Ευγενών του Χάνδακα.

Ο Βιτσέντζος μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στο Χάνδακα επισκέπτεται τακτικά και ως το θάνατό του την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σητεία. Μάλιστα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, από το τέλος του 1598 ως το τέλος του 1600, βρίσκεται κυρίως στην περιοχή της Σητείας, όπου εξακολουθούσε να διατηρεί σημαντική περιουσία.

Πέθανε στο Χάνδακα μετά τις 12 Αυγούστου 1613 και πριν από τις 24 Απριλίου 1614 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Ο ποιητής Βιτσέντζος Κορνάρος έγραψε τα έργα «Ερωτόκριτος» και «Θυσία του Αβραάμ». Στα δύο ποιήματα αυτά ο Κορνάρος, όπως λέγεται από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, με μια σπάνια δύναμη κατόρθωσε να μετουσιώσει τα πρότυπα τους σε δραματικά έργα με μία άψογη τεχνική, μία ανώτερη ποιητική πνοή και με τέλεια ψυχογραφημένους χαρακτήρες.

ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ 1541 - 1614

27

Ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε το 1541 στον βενετοκρατούμενο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης, από γονείς ορθόδοξους και εύπορους. Πλάι στη ζωγραφική σπούδασε και τα κλασικά γράμματα. Στον Χάνδακα ζωγράφισε εικόνες στο ύφος της μεταβυζαντινής Κρητικής Σχολής, όπου συνδυάζονται και επιρροές από την ιταλική Αναγέννηση.

Το 1567 έφυγε από τον Χάνδακα για τη Βενετία, όπου μαθήτευσε δίπλα στον μεγάλο Βενετό ζωγράφο Τιτσιάνο και εξοικειώθηκε με την τέχνη της βενετσιάνικης σχολής της Αναγέννησης, η οποία χαρακτηρίζεται από το πλούσιο χρώμα. Από το 1570 έως το 1577 βρίσκεται στη Ρώμη. Φιλοξενείται στο ανάκτορο του καρδινάλιου Αλέξανδρου Φαρνέζε και γνωρίζεται με πολλούς διανοούμενους. Το 1572 εγγράφεται στην Ακαδημία του Ευαγγελιστή Λουκά. Ζωγραφίζει πίνακες, όπου το πλούσιο βενετσιάνικο χρώμα συνδυάζεται με τις ψηλόλιγνες δυναμικές μορφές των Ρωμαίων μανιεριστών. Το 1577 ο Γκρέκο φεύγει για την Ισπανία, όπου μεταβαίνουν πολλοί Ιταλοί καλλιτέχνες για να εργαστούν στη διακόσμηση του ανακτόρου του Εσκοριάλ. Η παράξενη τέχνη του δεν αρέσει στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β΄. Ο Γκρέκο εγκαθίσταται οριστικά στο Τολέδο παλιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Ισπανίας– που εξακολουθούσε να είναι η θρησκευτική πρωτεύουσα της χώρας. Εκεί ο υπερήφανος Κρητικός αναλαμβάνει μεγάλες παραγγελίες και ζωγραφίζει πολλά και θαυμαστά έργα, όπως το Εσπόλιο, η Ταφή του Κόμητα Οργκάθ κ.ά. Μακριά από τις επιδράσεις των Ιταλών και από το θόρυβο της Αυλής, ανακαλύπτει τον βαθύτερο εαυτό του και δημιουργεί μια τέχνη με υψηλή πνευματικότητα, όπου Βυζάντιο, Αναγέννηση και Μανιερισμός συγχωνεύονται σε ένα ολότελα πρωτότυπο και μοναδικό ύφος. Πέθανε το 1614 στο Τολέδο, χωρίς να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του. Τα έργα του υπέγραφε πάντοτε ελληνικά με βυζαντινούς χαρακτήρες: «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο Κρης εποίει».

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ 1722 – 1771

26

Ο Ιωάννης Βλάχος γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, ένα ορεινό χωριό σε ύψος 600μ., περί τα δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα, στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης, φέουδο των Σκορδιλών κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Η ακριβής ημερομηνία γεννήσεώς του δεν είναι εξακριβωμένη. Πιθανολογείται όμως ότι γεννήθηκε ή το 1722 ή το 1730 (θεωρείται πιθανότερο).

Το «Βλάχος» δεν είναι βέβαιο αν ήταν όντως αληθινό επίθετο ή προσωνύμιο (προσωνύμια είχαν τότε σχεδόν όλοι οι Σφακιανοί). Έμεινε περισσότερο γνωστός στην ιστορία με το προσωνύμιο «Δασκαλογιάννης» (και πολύ λιγότερο σαν «Δασκαλάκης»), λόγω του ότι επειδή ήταν πολύ μορφωμένος, τον αποκαλούσαν «δάσκαλο» (Ο Δάσκαλος, ο Γιάννης). Ο όρος «Δασκαλογιάννης», θεωρείται αυθαίρετος, παρ' ότι έχει επικρατήσει στις μέρες μας.

Ο Δασκαλογιάννης βρήκε τραγικό θάνατο: τον έγδαραν. Ανάλογο τέλος -όχι τόσο φρικτό- είχαν και οι δύο θυγατέρες του: της μιας τα λογικά σάλεψαν και πέθανε φυγάς στην Κωνσταντινούπολη και η άλλη τούρκεψε με το ζόρι.

Μια διαφορετική πτυχή έδωσε στο συνέδριο ο Κώστας Κοκκινόφτας, ερευνητής του Μορφωτικού Ιδρύματος της Ι. Μ. Κύκκου. Παρουσίασε για πρώτη φορά ιστοριογραφικό σύγγραμμα με εκτενή αναφορά στα Ορλωφικά, στα οποία εντασσόταν και το κίνημα του Δασκαλογιάννη.

Ο εθνομάρτυρας Δασκαλογιάννης ενέπνευσε ακόμα και τον Ν. Καζαντζάκη. Οι αναφορές για παράδειγμα στον «Καπετάν-Μιχάλη» είναι έμμεσες, ολιγόγραμμες, αλλά ουσιαστικές. Ο ήρωας συνεχίζει να εμπνέει όλους εκείνους που κρύβουν τον επαναστάτη κόντρα στο σύστημα και την υποτέλεια.

Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν στην Ανώπολη όπου με λαμπρότητα εορτάστηκε η Επανάσταση του 1770 στο νησί με αρχηγό και πρωτεργάτη τον Δασκαλογιάννη.

Σύμφωνα με τον δήμαρχο Σφακίων, Σήφη Λύκο, «το δίδαγμα του Δασκαλογιάννη είναι επίκαιρο, είναι ένα δείγμα αυτοθυσίας, ηρωισμού, αυταπάρνησης, αλληλεγγύης, συγκρητισμού και παραμένει πάντα επίκαιρο σε αυτό τον αγώνα που δίνουμε πάλι οι Έλληνες σήμερα για να είμαστε ελεύθεροι και να ζούμε ελεύθεροι».

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ 1864 – 1936

25

Ο σημαντικότερος Έλληνας πολιτικός, ευφυής, ρεαλιστής και οραματιστής, ευέλικτος και τολμηρός διέθετε μια εντυπωσιακή προσωπική ακτινοβολία.

Γεννήθηκε στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη το 1864. Στα νεανικά του χρόνια η οικογένειά του κατέφυγε στην Ελλάδα, καθώς ο πατέρας του υφίστατο τις συνέπειες της επαναστατικής του δράσης. Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών άσκησε τη δικηγορία στα Χανιά αλλά σύντομα τον απορρόφησε η πολιτική ως μέλος της φιλελεύθερης παράταξης.

Οι ηγετικές και πολιτικές του ικανότητες αναδείχθηκαν κατά την επανάσταση του 1897. Την περίοδο της Κρητικής πολιτείας (1898-1912) συνέβαλε στη διαμόρφωση του Κρητικού Συντάγματος, συγκρούσθηκε με τον Αρμοστή Γεώργιο για τις φιλελεύθερες αρχές του, κατέφυγε σε ένοπλη επανάσταση στο Θέρισο (1905) και πέτυχε την αντικατάσταση του Αρμοστή. Στις μετέπειτα προσπάθειές του για ένωση με την Ελλάδα ισορροπούσε με ευελιξία ανάμεσα στην τόλμη και στη μετριοπάθεια.

Το 1910 έληξε ο ρόλος του στα πολιτικά πράγματα της Κρητικής πολιτείας, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία στην Ελλάδα και συγκρότησε το "Κόμμα των Φιλελευθέρων". Υπήρξε ο πρωτεργάτης της πολιτικής και οικονομικής ανόρθωσης της Ελλάδας και της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913). Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε σε ρήξη με το στέμμα αλλά με κόστος τον Εθνικό Διχασμό (1915-1917) επέβαλε την πολιτική του για είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Η Ελλάδα ανταμείφθηκε για τη συμβολή της με την παραχώρηση της Αρμοστείας της Σμύρνης (1919). Στις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου 1920 ο Βενιζέλος ηττήθηκε, αποσύρθηκε από την πολιτική, για να επιστρέψει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Με δύο ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες του (1923) -την υποχρεωτική ανταλλαγή Ελλήνων και Τούρκων και τη Συνθήκη της Λωζάννης, που καθόρισε τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία- άλλαξε τον προσανατολισμό της ελληνικής πολιτικής και έβαλε τα θεμέλια της ειρηνικής ανάπτυξης.

Η τελευταία τετραετία της διακυβέρνησής του (1928-1932) ήταν περίοδος σταθερότητας και δημιουργίας. Κορυφαία επιτυχία το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας (1930). Το τέλος της σταδιοδρομίας του σημαδεύτηκε από την απόπειρα κατά της ζωής του (Ιούνιος 1933) και το αποτυχημένο κίνημα του Μαρτίου 1935. Αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, όπου πέθανε στις 18 Μαρτίου 1936.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΝΤΟΣ 1871 – 1942

24

Τσόντος-Βάρδας Γεώργιος. Αντιστράτηγος, πολιτικός και μακεδονομάχος(Σφακιά Κρήτης 1871-Αθήνα 1942).Ήταν γιος του οπλαρχηγού της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης Χαραλάμπου Τσόντου (1796-1833),που απαγχονίστηκε κατά διαταγή του γενικού διοικητή Κρήτης Μουσταφά πασά. Αποφοίτησε από την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και όταν κατά το επόμενο έτος αποβιβάστηκε στο νησί εκστρατευτικό σώμα υπό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο εντάχθηκε σε αυτό και μετέσχε των επιχειρήσεων. Υπολοχαγός το 1905,λοχαγός το 1910,ταγματάρχης το 1913.Υπήρξε από τους πρώτους οργανωτές του Μακεδονικού Κομιτάτου, προώθησε στην Δυτική Μακεδονία Κρήτες εθελοντές και έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα ως γενικός αρχηγός των αντάρτικων σωμάτων στην περιφέρεια Κορεστίων - Καστοριάς- Φλώρινας- Μοναστηρίου(1904-1907) και υπήρξε εκ των σπουδαιότερων οργανωτών της Ελληνικής άμυνας κατά των ενεργειών του Βουλγαρικού κομιτάτου(με το ψευδώνυμο Καπετάν Βάρδας,το οποίο αργότερο απετέλεσε και επίθετο του)

Η δράση του κατά τον Μακεδονικό Αγώνα υπήρξε πλουσιότατη και πολύ αποτελεσματική, σε σημείο ώστε να επικηρυχθεί από τις Οθωμανικές Αρχές για 1.000 τούρκικες χρυσές λίρες. Μέλος της Πανελληνίου οργανώσεως(1908) για το Τμήμα Μοναστηρίου. Μετέσχε επίσης των Πολέμων 1912-1913 με τον βαθμό του λοχαγού ως επιτελικός αξιωματικός της 1ης Μεραρχίας και στην συνέχεια της 3ης Μεραρχίας ως γνώστης των πολεμικών επιχειρήσεων από την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα. Ειδικότερα κατά τον πόλεμο του 1913 ορίστηκε με υπόδειξη του Αρχιστρατήγου Βασιλέως Κωνσταντίνου ως γενικός αρχηγός των αντάρτικων σωμάτων για την αντιμετώπιση των Βουλγάρων κομιτατζήδων στην περιφέρεια Σερρών, Κιλκίς, Δράμας και Νευροκοπίου.

Μόλις άρχισε ο αγώνας της Αυτόνομης κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου(1914) συνέβαλε με την αποστολή Κρητών εθελοντών και από τον Απρίλιο του 1914,αφού πρώτα παραιτήθηκε από τον ΕΣ ανέλαβε την γενική αρχηγία του στρατού της Βορείου Ηπείρου στην περιοχή της Κορυτσάς την οποία και κατέλαβε εξορμώντας στις 14 Ιουνίου του 1914 από τον Γράμμο και εκδιώκοντας τα Αλβανικά στρατεύματα που τελούσαν υπό τις διαταγές Βέλγων Αξιωματικών. Μετά την κατάληψη της Κορυτσάς ξεκαθάρισε(επικεφαλής 3.000 ανδρών) την περιοχή πέρα από την Μοσχόπολη μέχρι το Πόγραδετς και τοποθετήθηκε από την Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής Κορυτσάς(δηλαδή της Ανατολικής Βορείου Ηπείρου) και διατήρησε την θέση αυτή μέχρι τον Οκτώβριο του 1914.Κατα την περίοδο του Εθνικού Διχασμού ακολούθησε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, με συνέπεια να διωχθεί και να αποταχθεί από το στράτευμα. Αποκαταστάθηκε μετά την Μεταπολίτευση του 1920 και ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής της Ευελπίδων(1921) και φρούραρχος Αττικής(1921-22). Μετά την επικράτηση της Επανάστασης του 1922 τέθηκε σε διαθεσιμότητα και αποστρατεύθηκε το 1923.Αποκαταστάθηκε σε περιορισμένο βαθμό το 1927 και πλήρως το 1935.Από το 1925 ήταν ήδη αντιστράτηγος ,αποστρατεύθηκε ωστόσο λόγω του ορίου ηλικίας. Διετέλεσε Πληρεξούσιος Φλώρινας στην Ε εθνοσυνέλευση(1935),βουλευτής Φλώρινας(1932-33) και Καστοριάς(1933-35).Χρημάτισε επίσης γενικός διοικητής Κρήτης. Άφησε πλούσιο ιστορικό αρχείο το οποίο χρησίμευσε σε πολλές μελέτες.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ 1894 – 1964

23

Ο Σοφοκλής Βενιζέλος ήταν δευτερότοκος γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μητέρα του, Μαρία Βενιζέλου, το γένος Σοφοκλή Κατελούζου ή Ελευθερίου, έπαθε λοίμωξη (επιλόχειο πυρετό) μετά την γέννηση του Σοφοκλή και υπέκυψε λίγες ημέρες αργότερα. Ο μεγάλος του αδελφός, Κυριάκος, και ο Σοφοκλής μεγάλωσαν κοντά στην θεία τους Μαριώ Βενιζέλου.

Το 1911, ο Σοφοκλής Βενιζέλος έγινε δεκτός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απ' όπου αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Το 1920 παραιτήθηκε από τον Στρατό, για να εκλεγεί βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους, όμως με την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές αυτές ο Σοφοκλής Βενιζέλος ακολούθησε τον πατέρα του στην Νίκαια της Γαλλίας όπου παντρεύτηκε, στις 27 Δεκεμβρίου 1920 με την Κατερίνα Ζερβουδάκη.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την επάνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελλάδα το 1922, ο Σοφοκλής Βενιζέλος επανήλθε στο στράτευμα και διορίσθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στο Παρίσι, όπου παρέμεινε επί οκτώ χρόνια, για να αποστρατευθεί τελικά με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1936, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εκλέχθηκε στην διοικούσα επιτροπή του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Στον πόλεμο του 1940 ζήτησε να καταταγεί, όμως, η αίτησή του δεν έγινε δεκτή. Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 7 Μαΐου του 1943 ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικού στην εξόριστη κυβέρνηση του Τσουδερού. Όταν ξέσπασε το κινημα του Ναυτικού ο Εμμανουήλ Τσουδερός παραιτήθηκε και έτσι ο Σοφοκλής Βενιζέλος ανέλαβε την πρωθυπουργία της εξόριστης κυβέρνησης στις14 Απριλίου του 1944. Μέσα σε τρεις ημέρες, ο Σοφοκλής Βενιζέλος κατέστειλε το κίνημα του Ναυτικού, αλλά με μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ίδιο. Έχοντας χάσει την ευρύτερη λαϊκή αποδοχή που απολάμβανε μέχρι τότε, ο Σοφοκλής Βενιζέλος αναγκάσθηκε να παραιτηθεί δώδεκα ημέρες αργότερα (26 Απριλίου 1944), προκειμένου να σχηματισθεί η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και να επέλθει ηρεμία στην ελληνική πολιτική σκηνή. Στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, παρέμεινε ως αντιπρόεδρος έως τον Αύγουστο του 1944. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1944, ο Σοφοκλής Βενιζέλος συμμετείχε στην τελευταία εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και έξι υπουργοί της «Κυβέρνησης του βουνού» (ΠΕΕΑ).

Μετά την απελευθέρωση, ο Σοφοκλής Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα. Στις 30 Αυγούστου του 1945 ανακηρύχθηκε υπαρχηγός των Φιλελευθέρων, με αρχηγό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη . Τον Φεβρουάριο του 1946 , το Κόμμα των Φιλελευθέρων διασπάσθηκε, και ο Σοφοκλής Βενιζέλος ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Βενιζελικών Φιλελευθέρων ενώ στις πρώτες μετακατοχικές εκλογές, ένα μήνα αργότερα, πολιτεύθηκε με τον κόμμα Εθνική πολιτική Ένωση (Ε.Π.Ε.)συνυποψήφιος με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Τον Απρίλιο του 1946, ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην ολιγοήμερη κυβέρνηση του Παναγιώτη Πουλίτσα , από την οποία παραιτήθηκε μαζί με τον Παπανδρέου και τον Κανελλόπουλο, επειδή οι τρεις τους διαφώνησαν με την πρόθεση της κυβέρνησης να επισπεύσει το δημοψήφισμα για την επαναφορά της βασιλείας. Το 1947 έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Στρατιωτικών και Προσωρινώς Υγιεινής και Αεροπορίας καθώς και υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου, εντεταλμένος εις τον συντονισμό των υπουργείων των εχόντων σχέσιν με την ασφάλειαν της χώρας και προσωρινά υπουργός Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων και αργότερα υπουργός Ναυτικών στην Κυβέρνηση Δημητρίου Μαξίμου 1947.

Οι Φιλελεύθεροι επανενώθηκαν το 1947και ο Σοφοκλής Βενιζέλος έγινε εκ νέου υπαρχηγός και κατόπιν αρχηγός του κόμματος (Νοέμβριος 1948). Από τον Αύγουστο του 1950 έως τον Οκτώβριο του1951, ο Σοφοκλής Βενιζέλος σχημάτισε τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχικά σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, και κατόπιν σε συνεργασία με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Νικόλαο Πλαστήρα ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών.

Στην κυβέρνηση Πλαστήρα (1951 - 1952) μετείχε ως αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών, και αναπλήρωσε τον Πλαστήρα μετά την ασθένειά του (11 Μαρτίου 1952). Κατά την περίοδο αυτή, ο Σοφοκλής Βενιζέλος διαπραγματεύτηκε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ (εισδοχή στις20 Σεπτεμβρίου 1951, επικύρωση από την Βουλή των Ελλήνων στις18 Φεβρουαρίου 1952), αποδέχθηκε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο της Κορέας μετά από πρόσκληση του ΟΗΕ και έδωσε το δικαίωμα τού εκλέγειν και εκλέγεσθαι και στις γυναίκες (Νόμος 2159\1952).

Μετά την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1952από τον Ελληνικό Συναγερμό του Παπαγου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος αποσύρθηκε προσωρινά από την πολιτική. Επανήλθε λίγο καιρό αργότερα για να ιδρύσει την Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση (ΦΔΕ), αφού πρώτα διαφώνησε με τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στις εκλογές του 1956, η ΦΔΕ εξέλεξε 46 βουλευτές, και ο ίδιος ο Σοφοκλής Βενιζέλος εκλέχθηκε βουλευτής Δωδεκανήσων. Το 1958 εξομάλυνε τις σχέσεις του με τον Γεώργιο Παπανδρέου, για να ιδρύσουν μαζί την Ένωση Κέντρου. Το 1961 οι σχέσεις του με τον Παπανδρέου πέρασαν άλλη μία κρίση και, για ένα σύντομο διάστημα, ο Σοφοκλής Βενιζέλος φλέρταρε πολιτικά με την ΕΡΕ του Καραμανλή.

Γρήγορα όμως οι σχέσεις του με τον Παπανδρέου εξομαλύνθηκαν και πάλι. Έτσι, μετά την εκλογική νίκη της Ενώσεως Κέντρου στις 3 Νοεμβρίου του 1963, ανέλαβε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Δέκα μέρες πριν από τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, κατά την οποία η Ένωση Κέντρου κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, ο Σοφοκλής Βενιζέλος πέθανε από καρδιακή προσβολή πάνω στο επιβατικό πλοίο «Ελλάς», το οποίο έπλεε από τα Χανιά στον Πειραιά. Τάφηκε στο Ακρωτήρι Χανίων δίπλα στον πατέρα του.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ 1883 1957

22

Πεζογράφος, συγγραφέας θεατρικών έργων, ποιητής και μεταφραστής. Είναι απ΄ τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου 1883

Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο αφού φοίτησε για ένα ενδιάμεσο διάστημα στη Γαλλική εμπορική σχολή της Νάξου, όπου άρχισε να μαθαίνει γαλλικά και ιταλικά.

Κατόπιν γράφτηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής στο χέρι, έφυγε το 1907 για ανώτερες νομικές σπουδές στο Παρίσι. Από το 1907 έως το 1926 έκανε πλήθος ταξίδια τόσο κατά τον καιρό του γάμου του με την πρώτη του γυναίκα, όσο και μετά το χωρισμό τους (1926) στην Ευρώπη, στην Ασία και στη Αφρική και γνωρίστηκε με πολλές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες τις εποχής. Δεν παρέλειψε να ταξιδέψει και μέσα στη Ελληνική επικράτεια όπου περιηγήθηκαν με το Σικελιανό την Ελλάδα λογαριάζοντας μάλιστα ανάμεσα στ΄ άλλα να ιδρύσουν και τη δική τους θρησκεία.

Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στη Αθήνα και το 1945 παντρεύτηκε την δεύτερη του γυναίκα την Ελένη Σαμίου.

Ασχολήθηκε για λίγο χρονικό διάστημα με την πολιτική με την κυβέρνηση Σοφούλη αλλά παραιτήθηκε δύο μήνες αργότερα.

Τον Ιούνιο του 1946 εγκατέλειψε για πάντα την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε για λίγο στην Αγγλία. Καλεσμένος από την Γαλλική κυβέρνηση βρέθηκε απρόοπτα στο Παρίσι, όπου διορίστηκε για λίγο σύμβουλος για την λογοτεχνία στην Unesco. Και πάλι όμως παραιτήθηκε αποφασισμένος να σταδιοδρομήσει στο εξωτερικό και μόνο ως συγγραφέας.

Το 1948 εγκαταστάθηκε στις Antides στη Γαλλία και από κει και πέρα αρχίζει η μεγάλη επέκταση της φήμης του Καζαντζάκη. Τα έργα του μεταφράζονται το ένα μετά το άλλο σε όλε τις χώρες του κόσμου και το 1954 του απονέμετε στο Παρίσι το βραβείο για το καλύτερο ξένο βιβλίο και στη Βιέννη το βραβείο Ειρήνης το 1956, ενώ προτείνετε για δεύτερη και τρίτη φορά για το Nobel με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, δίχως ωστόσο να προφθάσει να το πάρει. Η μεγάλη κυκλοφορία των βιβλίων του και το δήθεν αντιθρησκευτικό περιεχόμενο τους ερεθίζουν και κινητοποιούν εναντίον του την ορθόδοξη και την καθολική εκκλησία. Στο μεταξύ έχει κλονισθεί η υγεία του, χάνει το δεξί του μάτι από μία μόλυνση, αλλά εκείνος εξακολουθεί να προσθέτει όλο και νέα έργα με τον ίδιο πάντα πυρετικό ρυθμό.

Εξασθενημένος από την υγεία του και από ταυτόχρονη προσβολή από την ασιατική γρίπη πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας στις 26 Οκτωβρίου του 1957 και κηδεύτηκε λίγες μέρες αργότερα στο Ηράκλειο της Κρήτης στην Τάπια Μαρτινέγκο, με χαραγμένη απάνω στον τάφο την παρακάτω επιγραφή:

<< Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λεύτερος.>>

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ 1862 – 1920

21

Συγγραφέας αφηγηματικών έργων, χρονογράφος και δημοσιογράφος, ο Ιωάννης Κονδυλάκης υπήρξε από τις πιο ενδιαφέρουσες συγγραφικές φυσιογνωμίες ανάμεσα στους παλαιότερους εκπροσώπους τη νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γεννήθηκε στη Βιάννο της ανατολικής Κρήτης το 1862. Από μικρός έζησε στην ατμόσφαιρα των απελευθερωτικών αγώνων της πατρίδας του και ο πατέρας του και οι συγγενείς του έλαβαν μέρος στις κρητικές επαναστάσεις. Πέντε χρονών βρέθηκε πρόσφυγας στον Πειραιά, απ’ όπου ξαναγύρισε ύστερα από δυο περίπου χρόνια στη Βιάννο, κι εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα.

Τα γυμνασιακά μαθήματα παρακολούθησε στο Ηράκλειο κι αργότερα στη Βαρβάκειο στην Αθήνα. Το 1877 σταματάει τις σπουδές του, έρχεται στην Κρήτη για να πάρει μέρος στην επανάσταση, και στη συνέχεια διορίζεται πρώτα βοηθός γραμματέα στο Εφετείο, κατόπιν Γραμματέας στο Ειρηνοδικείο στα Χανιά κι έπειτα στον Λιμένα στη Σητείας, κι από τη Σητεία στέλνει τα πρώτα δημοσιογραφικά του άρθρα στην εφημερίδα <<Αλήθεια των Χανίων.

Το 1883 ξαναγυρίζει στην Αθήνα, τελειώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, χωρίς να φτάσει ποτέ ως το πτυχίο. Εργάζεται σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά όπου και πήρε έπαινο στο διηγηματικό διαγωνισμό του περιοδικού <<Εστία>> Φεύγει πάλι για την Κρήτη όπου διορίζεται δάσκαλος στο Μώδι της Κυδωνίας μα το επάγγελμα δεν ταιριάζει καθόλου στην ιδιοσυγκρασία του. Εργάζεται σε κάποιες τοπικές εφημερίδες των Χανίων και του Ηρακλείου, αλλά τα πατριωτικά του άρθρα γίνονται αφορμή να τον διώξουν και από κει. Και έτσι το 1889 έρχεται στην Αθήνα απ’ ΄όπου δεν πρόκειται να ξαναφύγει μέσα στα επόμενα 25-30 χρόνια για την Κρήτη παρά μόνο μια φορά σαν πολεμικός ανταποκριτής.

Η δημοσιογραφική και λογοτεχνική σταδιοδρομία του αρχίζει το 1889 και πέρα . Εργάζεται στις εφημερίδες <<Άστυ>>, <<Σκιπ>> για να καταλήξει στο <<Εμπρός>>και να σημειώσει τις μεγάλες του επιτυχίες στο χρονογράφημα με το ψευδώνυμο <<Διαβάτης>>, (στα κατά καιρούς του δημοσιεύματα χρησιμοποιεί επίσης τα ψευδώνυμα:Κονδυλοφόρος, Βαρδής, Γύπαρης, Ιωάννης ο Ακτήμων, και ίσως και άλλα).

Με το που ξεσπάει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος αισθάνεται την ανάγκη να απομονωθεί. ΤΟ 1918 ΠΗΓΑΊΝΕΙ ΣΤΗΝ Κρήτη, τον επόμενο χρόνο φεύγει για την Αλεξάνδρεια, με σκοπό να γράψει ένα μυθιστόρημα της πολεμικής εποχής. Τελικά δεν γράφει παρά τις εντυπώσεις του από το ταξίδι. Ξαναγυρίζοντας στα Χανιά νιώθει την Ψυχολογική του κατάσταση να επιδεινώνεται. Τον Ιούλιο του 1920 πεθαίνει στο Ηράκλειο από ημιπληγία.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ 1882 – 1956

20

Νομικός, οικονομολόγος, πολιτικός, πρόεδρος της εξόριστης ελληνικής Κυβέρνησης στη μέση Ανατολή. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Διετέλεσε βουλευτής στην Κρητική Βουλή (1906 – 1912), αντιπρόεδρος της Συνέλευσης των Κρητών και αντιπρόσωπος αυτής στην Αθήνα(1911 – 1912), Επίτροπος Δημόσιας Ασφάλειας και Δημόσιων Έργων στη Διοικητική Επιτροπή Κρήτης (1912), βουλευτής Ρεθύμνης στην Δ! Συντακτική Συνέλευση (1924) και Βουλευτής Πειραιώς (1950) και Αθηνών (1952) με την ΕΠΕΚ στην ίδρυση συμμετείχε τον Δεκέμβριο του 1949 ως Πρόεδρος του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος. Τεχνικός Σύμβουλος της Ελληνικής Αντιπροσωπίας στο Συνέριο Ειρήνης του Παρισιού (1918), πήρε μέρος επί μια δεκαετία (1918 – 1928 σε πολλά συνέδρια, διασκέψεις, συνδιασκέψεις, διασυμμαχικές επιτροπές, οικονομικές και δημοσιονομικές επιτροπές ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος, της Κυβέρνησης, της Βουλής, της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλων οικονομικών οργανισμών. Υπουργός Συγκοινωνιών στην Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου (11.1.1924 – 6.2.1924.και Οικονομικών στις Κυβερνήσεις Γ. Καφαντάρη (6.2.1924 – 12.3.1924) Αλ. Παπαναστασίου (4.5.1924 – 14.6.1924) και Θ. Σοφούλη (24.7.1924 – 7.10.1924), αντιπροσώπευε τον ίδιο χρόνο την Ελλάδα στην Ε! Γενική Συνέλευση της ΚΤΕ. Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (1925)μετείχε στις διαπραγματεύσεις του Λονδίνου και της Βιέννης για την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος και την Σύναψη του τριμερούς δανείου (1927 – 1928). Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (1928) και στη Συνέχεια Διοικητής (1931 – 1939) απομακρύνθηκε από τη θέση αυτή για πολιτικούς λόγους από το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά. Πρόεδρος της Κυβέρνησης που λίγο πριν την κατάληψη της Αθήνας από τα Γερμανικά στρατεύματα μεταφέρθηκε αρχικά στην Κρήτη και στην συνέχεια στο Κάιρο (2.4.1941 – 14.4.1944) διετέλεσε μετά την απελευθέρωση δεύτερος αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Σοφούλη και υπουργός Συντονισμού (22.11.1945 – 4.4.1946), υπουργός συντονισμού στην Κυβέρνηση Πλαστήρα (15.4.1950 – 21.8.1950), Αντιπρόεδρος Της Κυβέρνησης του Σ. Βενιζέλου (3.8.1951 – 30.9.1951) και υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου στην Κυβέρνηση του Αλ. Παπάγου (19.11.1952 – 6.10.1955).

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ 1911 – 1996

19

Ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής από του σημαντικότερους της νεότερης ελληνικής ποίησης, που τιμήθηκε με δεύτερο βραβείο για την Ελλάδα βραβείο Νομβέλ Λογοτεχνίας μετά τον Γιώργο Σεφέρη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στη συνοικία εφτά μπαλτάδες. Ο ποιητής έλκει την καταγωγή του από τη Λέσβο και το επώνυμο που έγινε γνωστός στα γράμματα αποτελεί λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Με την έναρξη του Α! παγκοσμίου πόλεμου οι γονείς του και ίδιος εγκαθίστανται στην Αθήνα στην οδό Σόλωνος. Σε ηλικία 6 χρονών ο Οδυσσέας γράφεται σε ιδιωτικό σχολείο. Ένα έτος μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το 1923, η οικογένεια του ταξιδεύει σε Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία. Στη Λοζάννη ο Οδυσσέας, και σε ηλικία 13 ετών θα γνορίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το φθινόπωρο του 1924 μεταγράφεται στο Γ! γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Το 1925 πεθαίνει ο Πατέρας του. Σ’ αυτή την περίοδο των μαθητικών χρόνων εκδηλώνονται τα πρώτα του πνευματικά ενδιαφέροντα. Το 1928 παίρνει το απολυτήριο του τότε Γυμνασίου οπότε μετά τον Καβάφη έρχεται η γνωριμία με τον Καρυωτάκη. Το 1929 σημαδεύει την μοιραία στροφή του στην ποίηση. Διαβάζει Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και Πωλ Ελυάρ, αποτολμάει τις πρωτόλειες ποιητικές του απόπειρες και τις στέλνει ψευδώνυμες στα περιοδικά. Το 1930 εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1933 γίνεται μέλος της <<Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας>>του Πανεπιστημίου και συμμετέχει σε συμπόσια και συζητήσεις με του Ι. Συκουτρή, Ι. Θεοδωρακόπουλο, Π. Κανελλόπουλο και Κ. Τσάτσο. Στο περιοδικό Νέα Γράμματα θα δημοσιευθούν τα πρώτα του δόκιμα ποιήματα και θα εκδηλωθεί η ταυτότητα του προσανατολισμού του. Το 1936 γνωρίζεται με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και από τότε τους συνδέει μια ισόβια στενή καθημερινή φιλία.

Σε ηλικία 25 ετών όταν το 1936 εγκαθιδρύεται στην Ελλάδα η Δικτατορία του Μεταξά, ο ποιητής διακόπτη τις σπουδές του και κατατάσσεται στο στρατό. Εκπαιδεύεται το 1937 στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα και με το βαθμό του Ανθυπασπιστή υπηρετεί στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού στην Αθήνα. Απολύεται το 1938. Μεταφράζει με το Νίκο Γκάτσο τον Priere Jean Jouve και μια συντροφιά λογοτεχνών και καλλιτεχνών που τους ενώνει ο υπερρεαλισμός, μετατρέπουν σε λογοτεχνική εστία το πατάρι του καφενείου του Λουμίδη (στην οδό Σταδίου).

Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 επιστρατεύεται ως Ανθυπολοχαγός και βρίσκεται στον 4ο λόχο του 11ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού στη Βόρεια Ήπειρο. Το 1941 το βρίσκει σοβαρότατα άρρωστο, από κοιλιακό τύφο. Σχεδόν ετοιμοθάνατος, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου με την φροντίδα μιας νοσοκόμας, γλιτώνει τον θάνατο ως εκ θαύματος, μεταφέρεται στο Αγρίνιο και από κει στην Αθήνα. Η μακρά του ανάρρωση συμπίπτει με την εισβολή των Γερμανών και των Βουλγάρων στην Ελλάδα.

Έγραψε πλήθος ποιημάτων το Λυρικό <<οι προσανατολισμοί>> το 1939, <<Ήλιος ο πρώτος μαζί με τις παραλλαγές>> το 1943, το <<Άξιον Εστί>> το 1959 και πάρα πολλά άλλα. Το 1960 παίρνει το πρώτο κρατικό βραβείο για το Άξιον Εστί, το 1965 παίρνει το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Ρώμης και του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ το 1989 τιμήθηκε με το Γαλλικό παράσημο του Ανωτάτου Ταξιάρχου της Λεγεώνος της Τιμής. Πέθανε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1996.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ 1936 – 1980

18

Γεννήθηκε το 1936, στο ορεινό χωριό Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου της Κρήτης από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες. Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης. Αδέλφια του είναι οι επίσης γνωστοί μουσικοί της κρητικής μουσικής ο Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης) και ο Γιάννης Ξυλουρης.

Σε νεαρή ακόμα ηλικία με τη βοήθεια του δασκάλου του κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει την πρώτη του λύρα και πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει σε γάμους και Πανηγύρια. Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο "Κάστρο". Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη "μόδα" της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές.

Γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη, στις 21 Μαΐου του1958 παντρεύτηκαν και τον ίδιο Σεπτέμβρη μετακόμισαν στο Ηράκλειο Κρήτης.

Σιγά-σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο "Μια μαυροφόρα που περνά". Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος και το [1966 η κόρη του Ρηνιώ. Την χρονιά της γέννησης τη κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο "Ερωτόκριτος" και πλέον δεν ανησυχεί για την επιβίωση του.

Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο "Ανυφαντού" και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο. Οι καταστάσεις όμως πλέον είχαν ωριμάσει και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Έτσι μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα. Γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στο Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία με το δίσκο "Χρονικό" και τα "Ριζίτικα". Παράλληλα γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA και έγιναν κουμπάροι.

Για το ποιος «ανακάλυψε» το Νίκο Ξυλούρη, τα λεγόμενα της συζύγου του κ. Ουρανίας Ξυλούρη όπως δημοσιεύτηκαν σε σχετικά αφιερώματα των περιοδικών «Δίφωνο» και «Μονογραφίες» είναι διαφορετική από αυτήν που συνήθως επικρατεί σε αρκετές βιογραφίες του Νίκου Ξυλούρη, ότι τον ανακάλυψε ο Ερρίκος Θαλασσινός και τον ανέδειξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Η ανάδειξη του Ξυλούρη οφείλεται στο τραγούδι του «Ανυφαντού» και το πρόσωπο που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε ήταν ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας «Κολούμπια» Τάκης Λαμπρόπουλος, ο οποίος τον ηχογράφησε σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια και έστειλε την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο ο οποίος ήταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου να ακούσει τη φωνή του Ανωγειανού Λυράρη. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι ο Λαμπρόπουλος πήγε στην Κρήτη όπου ανακάλυψε μια σπουδαία και σημαντική φωνή. Από εκεί πληροφορήθηκε ο Γιάννης Μαρκόπουλος για το Νίκο Ξυλούρη και του πρότεινε τα τραγούδια του «Χρονικού»

Το 1971 ξεκίνησε κοινές εμφανίσεις με το Γιάννη Μαρκόπουλο στη μπουάτ "Λήδρα" και η φωνή του έγινε σύμβολο της αντίστασης. Συνεργάστηκε στενά, εκείνα τα χρόνια, με τον Θρακιώτη τραγουδοποιό Θανάση Γκαϋφύλλια στις μπουάτ της Πλάκας και σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα.

Το καλοκαίρι του 1973 τραγούδησε στο θεατρικό έργο «Το μεγάλο μας Τσίρκο» με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καράζη στο θέατρο "Αθήναιον". Ο Νίκος Ξυλούρης στην ακμή της καριέρας του αντιλήφθηκε ότι έχει καρκίνο. Μετά από μεγάλο αγώνα, πολλαπλές εγχειρήσεις και αρκετή ταλαιπωρία έχασε τη μάχη στο Νοσοκομείο Πειραιώς στις 8 Φεβρουαρρίου 1980 σε ηλικία μόλις 43 χρονών. Με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Όπως ο ίδιος έλεγε μετά τη μεταπολίτευση, αναφερόμενος στους ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας "εγώ τους ίδιους ανθρώπους έβλεπα να κανονίζουν επί χούντας, τους ίδιους βλέπω και τώρα".

ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ 1908 – 1984

17

Γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1908 στο Καστέλι Κισσάμου , στην Κρήτη. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο.

Τον μικρό Μάνο γοήτευε το ποδόσφαιρο. Έπαιζε αρχικά στην ομάδα του «Κεραυνού» και μετά στον «Αθηναϊκό». Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιάννης είναι ήδη ξενιτεμένος στην Αμερική.

Γρήγορα πάντως το ταλέντο του θα ανακαλυφθεί. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας θα ενθουσιαστεί από το μπρίο και τη δυναμικότητα του νεαρού και έτσι ένα χρόνο αμέσως μετά θα παίξει στην πρώτη βουβή ταινία «Το λάβαρον του 21» (1928). Ταυτόχρονα σχεδόν συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, όπως του «Θιάσου Νέων» του Ανδρέα Παντόπουλου και του θιάσου τηςΜαρίκας Κοτοπούλη, μέχρις ότου καταφέρνει να μπει στο Εθνικό Θέατρο (1931).

Από κει και πέρα όλα άλλαξαν ραγδαία για τον Κατράκη. Η δεκαετία του '30 έφερε την καταξίωσή του στο θεατρικό σανίδι, τη γνωριμία του με εξέχουσες προσωπικότητες του καιρού (όπως ήταν η φιλία του με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο) αλλά και τον πρώτο του γάμο, σε ηλικία 25 ετών, με την επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λούη, Μήτσου, Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935, όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο.

Ο γάμος του τέλειωσε σύντομα και γρήγορα ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή. Συμμετείχε στο μέτωπο και πολέμησε γενναία αλλά δραματικά γεγονότα στιγμάτισαν την τότε ζωή του: ένας δεύτερος γάμος που κι αυτός δεν ορθοπόδησε, ο χαμός κατά τη γέννα των μοναδικών δίδυμων παιδιών του. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης. Ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕκατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει "δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών" οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εξορία στη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννη Ρίτσο και ο Γιάννης Χοτζέας τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να εμψυχώνει όποιον σύντροφό του συναντούσε στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.

Όταν πια στις αρχές της δεκαετίας του '50 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Λίγες πόρτες ανοιχτές, λίγες δουλειές. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά (στο ραδιόφωνο στην αρχή) αλλά σιγά-σιγά κατορθώνει να πάρει μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Το 1951- 1952διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστησε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954 είναι πρωταγωνιστής του «Θεάτρου Αθηνών» και από το επόμενο έτος του «Εθνικού Λαϊκού Θεάτρου», στο οποίο ανέβαιναν συνεχώς παραστάσεις και με μεγάλη επιτυχία.

Στα 1954 θα γνωρίσει την πιο σημαντική σύντροφο της ζωής του και μετέπειτα σύζυγό του (τρίτη και τελευταία), τη Λίντα Άλμα μετά από μία θεατρική πρεμιέρα. Από κείνη τη μέρα και μετά δε θα τους χωρίσει τίποτα, μονάχα ο θάνατος του μεγάλου ηθοποιού, τριάντα χρόνια αργότερα.

Η επόμενη περίοδος ήταν η πιο λαμπρή για τον Κατράκη, τον καθιέρωσε και τον καταξίωσε ως μεγάλο άνθρωπο της τέχνης στη συνείδηση όλων.

Οι μεγάλες αγάπες του Μάνου Κατράκη ήταν, εκτός από το θέατρο και την τέχνη (σκιτσάριζε και έγραφε ποίηση), οι γυναίκες και ο ιππόδρομος. Πολλά έχουν ειπωθεί για αυτά του τα πάθη, ωστόσο το μόνο αναμφισβήτητο είναι το αστείρευτο και φυσικό του ταλέντο, η υπέροχη φωνή του (π.χ. όταν απαγγέλλει το «Άξιον Εστί» του Ελύτη ή το «Πέντε η ώρα που βραδιάζει» από τον Θρήνο για τον Ιγάαθιο Σάντσεθ Μεχίας τουΛόρκα), τα αδιαπραγμάτευτα ιδανικά του.

Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Μανιώδης καπνιστής, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας. Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας, στην οποία πρωταγωνίστησε -το Ταξίδι στα Κύθηρα με σκηνοθέτη τον Θόδωρο Αγγελόπουλο- άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών, μετά από μάχη, με τον καρκίνο του πνεύμονα. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν μέλος του ΚΚΕ. Κηδεύτηκε στο Α! Νεκροταφείο Αθηνών.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ 1925 – 1994

16

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζηδάκη από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη. Η μουσική του εκπαίδευση ξεκινά σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλαμβάνει μαθήματα πιάνου από την Αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκείται στο βιολί και το ακορντεόν.

Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, με τη μητέρα του, το1932, έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β! παγκοσμίου πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια. Ο νεαρός Χατζιδάκις εργάζεται για βιοπορισμό ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοκονόμου και βοηθός νοσοκόμος στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο.

Παράλληλα επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο1940 - 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει ποτέ. Την ίδια περίοδο συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, μεταξύ των οποίων οι ποιητές Νίκος Γκάτσος, Γιώργος Σεφέρης Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της Ε.Π.Ο.Ν. όπου γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίον σύντομα ανέπτυξε ισχυρή φιλία

Από το 1957 ξεκινά μία περίοδος έντονης δημιουργικής δράσης. Ο Χατζιδάκις συνθέτει ασταμάτητα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπου το έργο του γνωρίζει μεγάλη δημοφιλία, ενώ παράλληλα γράφει πολλά σημαντικά μουσικά έργα.

Το 1961 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι "Τα παιδιά του Πειραιά", από την ταινία του Ζύλ Ντασεν <<Ποτέ την Κυριακή>> Η βράβευση αυτή του δίνει παγκόσμια δημοσιότητα, την οποία ο Χατζιδάκις προσπαθεί να αποφύγει με κάθε τρόπο, θεωρώντας ότι του στερεί την δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος την σχέση του με τον ακροατή του.

Το 1962 ο Χατζιδάκις χρηματοδοτεί τον "Διαγωνισμό Σύνθεσης Μάνος Χατζιδάκις" στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Δοξιάδη στην Αθήνα, με το πρώτο βραβείο να απονέμεται από κοινού στους Γιάννη Ξενάκη και Ανέστη Λογοθέτη. Το 1964 ιδρύει και διευθύνει την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-66). Στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της, η ορχήστρα έδωσε 20 συναυλίες με πρεμιέρες δεκαπέντε έργων Ελλήνων συνθετών. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η συνεργασία του με τον Μωρίς Μπεζαρ. Οι Όρνιθες ανεβαίνουν με τα Μπαλέτα του 20ου Αιώνα στις Βρυξέλλες.

Μερικά έργα της περιόδου αυτής είναι η μουσική για τη "Μήδεια" του Ευριπίδη (1958), το "Παραμύθι χωρίς όνομα", του Ι. Καμπανέλλη (1959) το "Ο κύκλος με την κιμωλία" του Μπρεχτ, η "Οδός ονείρων" (1962), αλλά και "Το χαμόγελο της Τζοκόντας" - δέκα τραγούδια για ορχήστρα γραμμένα αρχικά για φωνή, ειδικά για τη Ζακλίν Ντανό (Παρίσι, 1962).

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασεν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του "Ποτέ την Κυριακή" με τον τίτλο "Illya Darling". Κατά την παραμονή του στην Αμερική έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών "Reflections" σε συνεργασία με το συγκρότημα "New York Rock and Roll Ensemble", ενώ ηχογραφεί και "Το Χαμόγελο της Τζοκόντας", στην -πασίγνωστη πλέον- συμφωνική του μορφή. Παράλληλα συνεχίζει την συνεργασία με τα μπαλέτα του 20ού Αιώνα στις Βρυξέλες, όπου διευθύνει έργα δικά του ή άλλων συνθετών. Άλλα σημαντικά έργα της περιόδου είναι η μουσική για την ταινία «Blue» (1958) του Narizzano η "Ρυθμολογία" (έργο για πιάνο) και η "Αμοργός" (1970), έργο το οποίο ο συνθέτης άφησε ημιτελές.

Το 1972 επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο "Πολύτροπο", με το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, "μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία. Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στη μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του "Μεγάλου Ερωτικού".

Η πολυεπίπεδη δραστηριοποίηση του Χατζιδάκι στον χώρο της τέχνης και οι παρεμβάσεις του στα κοινά κορυφώνονται την περίοδο αυτή. Διορίζεται αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 - 1977 ενώ την περίοδο 1975 - 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα . Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την ελληνική ραδιοφωνία, και σηματοδοτεί -ίσως- την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού.

Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιερώνει τις "Μουσικές Γιορτές" στα Ανώγεια της Κρήτης, που περιλαμβάνουν τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Παράλληλα διοργανώνει συνέδριο με θέμα την παράδοση, στο οποίο συμμετέχουν διανοούμενοι, καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάζει τον "Μουσικό Αύγουστο" στο Ηράκλειο, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο. Την περίοδο 1981 – 1982 διοργανώνει επίσης τους αγώνες Ελληνικού τραγουδιού στην Κέρκυρα , ένα μουσικό διαγωνισμό για νέους Έλληνες συνθέτες.

Το 1985 παρουσιάζει το πολιτιστικό περιοδικό "Το Τέταρτο" (1985 - 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Το 1985 επίσης, δημιουργεί την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία "Σείριος", η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα, με σκοπό την ανάδειξη καλλιτεχνών και μουσικών δημιουργιών επί τη βάσει μη εμπορικών κριτηρίων. Παράλληλα, παρουσιάζει επιλεγμένα έργα και καλλιτέχνες στην μπουάτ "Σείριος" (Ζουμ).

Το1989, ιδρύει την Ορχήστρα των χρωμάτων, προκειμένου να παρουσιάζει με πρωτότυπο τρόπο έργα κλασσικών και σύγχρονων συνθετών. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα των χρωμάτων μέχρι το τέλος της ζωής του, δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Το 1991, σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας, ο Μάνος Χατζιδάκις διοργανώνει τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

Η έντονη ενασχόληση του Χατζιδάκι με τα κοινά, κατά την περίοδο αυτή, αποτυπώνεται σε σημαντικό τμήμα του έργου του. Χαρακτηριστικά έργα της περιόδου είναι "Η εποχή της Μελισσάνθης", έργο αυτοβιογραφικό αλλά και βαθιά πολιτικό, οι κύκλοι τραγουδιών "Τα παράλογα" (1978), "Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς" (1983), η μουσική παράσταση "Πορνογραφία" (1982) σε δική του σκηνοθεσία, η "Σκοτεινή μητέρα" και "Τα τραγούδια της αμαρτίας".

Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα και ετάφη στην Παιανία.

Οι πληροφορίες για την συλλογή των παραπάνω αντλήθηκαν από την Βικιπαίδεια και από την Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Βριτάνικα.

FacebookYouTube logoInstagram Logo